...και θα τα ξαναπούμε σύντομα από το καινούριο μου σπιτακι!
Καταλάβατε οτι το μπλογγάκι αυτό κλείνει δια παντός,
για λόγους που οι περισσοτεροι ξέρετε..
Σημασία έχει εδώ να μοιραζόμαστε τις απόψεις μας,
την ψυχή μας,τα αισθήματά μας χωρίς να κρυβόμαστε
πίσω από το δάχτυλό μας,χωρίς να φτάσω στο σημείο
να μή δημοσιεύω τα σχόλια σας..
Περιμένω λοιπόν με σχόλιο τα e-mail σας για νας ενημερώσω
για την καινούρια μου διεύθυνση..
Πολλά πολλά πολλά φιλιά λοιπόν,
ξεκινάω πακετάρισμα κ όποιος
επιθυμεί να βοηθήσει στη μετακόμιση,
κερνάω σπιτικά μοχίτο!!!!!!!!!!!!!
Τρίτη, 23 Ιούνιος 2009
Τρίτη, 16 Ιούνιος 2009
μόνο αυτό..
Το μονόγραμμα
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο
Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.
ΙΙ.
Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική
Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.
ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.
ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.
V.
Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό
Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι
Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά
Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης
Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή
Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια
Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.
VI.
Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας
Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !
Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !
VII.
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα
Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.
Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>>
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο
Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.
ΙΙ.
Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική
Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.
ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.
ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.
V.
Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό
Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι
Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά
Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης
Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή
Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια
Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.
VI.
Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας
Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !
Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !
VII.
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα
Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.
Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>>
Ετικέτες
Οδ.Ελύτης-Μονόγραμμα
Τρίτη, 9 Ιούνιος 2009
Da trip @ SugarTown..
Κανονίστηκε στα γρήγορα με την καλύτερη παρέα..
Ξεκίνησε σαν απαίτηση & έγινε θεσμός!
Πέρισυ τέτοια εποχή:
εγώ,ο ξαδερφούλης,φίλος ξαδερφούλη-σκέτο τρελοκομείο-
και η πρώην αγαπούλα.
Λίγο γκρίνια,λίγο "πού πάμε τώρα?Ποιοί θα είμαστε?Καλά
δεν είμαστε εδώ?",λίγο πάτησα πόδι εγώ,λίγο τα παρακάλια
του ξαδερφούλη & τελικά τα κατάφερα για μιαμιση μέρα και
ήταν καλά!Ή όπως νόμιζα τότε..
Φέτος ετοιμαζόμουν για Βαρκελώνη,μια χαμένη προκταβολή,
μια μισοχαμένη καθημερινότητα & μια χαμένη σχέση με αποκορύφωμα
το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό με το παρεάκι[& την πρώην
αγαπούλα].Άλλωστε, "Η' ΑΥΤΟΣ Η' ΕΓΩ".Πάλι πάτησα πόδι.
Και εντέλλει πάλι εδώ στη Sugar Town,πάλι με τον ξαδερφούλη,
πάλι με έναν άλλο φίλο & ένα τσούρμο ακόμα να έρχεται προς τα 'δω.
Η ώρα είναι 20:45 και τα γράφω με το χέρι,σαν το ΜΟΥΤΡΟ στο στρατό
με στυλό og και γράμματα γιατρού.
Το παρεάκι ετοιμάζεται για το ταξίδι που εγώ θα μείνω θεατής,
μόνο από φωτογραφίες να το δώ,γεμάτες με προσποιητά χαμόγελα
& ψεύτικες πόζες σε όμορφα τοπία που για την ώρα,δε θα επισκεφθώ.
Εχθές το μεσημέρι:
ο ξαδερφούλης τηλέφωνο να κατέβω,φοράω τα καλά μου:
την καλή μου διάθεση,το καλό μου χαμόγελο,την καλή μου
καρδιά,κατεβαίνω & ξεκινήσαμε για να φτάσουμε 38 υπέροχα
τραγούδια μετά!
Και μέχρι τώρα είναι όμορφα & γελάμε πολύ: χωρίς προσποιητές πόζες
και χαμόγελα,χορεύουμε,πινουμε τα δικά μου κα-τα-πλη-κτι-κα σπιτικά
μοχίτο,λυσσάμε και βλέπουμε,ακούμε,νιώθουμε..
Ρε παιδί μου,την αγαπάω "τη ζωή μου",πώς να το πώ & να μή φανεί "κάπως"?
Και του έστειλα μήνυμα,ναι.Του έγραψα
Καλό σου ταξίδι,να περάσεις όμορφα!και να προσέχεις.
Και μου απάντησε κ αυτός.
Ευχαριστώ πολύ.
Το "όμορφα" το χρησιμοποιώ πολύ τελευταία.
Μάλλον λέμε τις λέξεις που περιγράφουν τη ζωή μας,ε?
Γιατί μέχρι πριν λίγο καιρό όλο έλεγα "σκατά".Συνέχεια.
Αχ αυτό το ταξίδι..Όχι στην Ισπανία,της ζωή μου.Πού θα με
βγάλει?Πού?ΠΟΥ????Αλλά τουλάχιστον το ζω και δε με προσπερνά.
Το περπατάω και δε με οδηγεί απλά.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
"Για το ταξίδι που κανονίζαμε & θα ερωτευόμασταν πάλι απ'την αρχή"
*Έχω μια μέρα και κάτι ακόμα εδώ
*Σήμερα 07/06/2009 ώρα 20:53
Με λένε Λίνα και είμαι καλά.
Με λένε Λίνα και είμαι εδώ.
Ξεκίνησε σαν απαίτηση & έγινε θεσμός!
Πέρισυ τέτοια εποχή:
εγώ,ο ξαδερφούλης,φίλος ξαδερφούλη-σκέτο τρελοκομείο-
και η πρώην αγαπούλα.
Λίγο γκρίνια,λίγο "πού πάμε τώρα?Ποιοί θα είμαστε?Καλά
δεν είμαστε εδώ?",λίγο πάτησα πόδι εγώ,λίγο τα παρακάλια
του ξαδερφούλη & τελικά τα κατάφερα για μιαμιση μέρα και
ήταν καλά!Ή όπως νόμιζα τότε..
Φέτος ετοιμαζόμουν για Βαρκελώνη,μια χαμένη προκταβολή,
μια μισοχαμένη καθημερινότητα & μια χαμένη σχέση με αποκορύφωμα
το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό με το παρεάκι[& την πρώην
αγαπούλα].Άλλωστε, "Η' ΑΥΤΟΣ Η' ΕΓΩ".Πάλι πάτησα πόδι.
Και εντέλλει πάλι εδώ στη Sugar Town,πάλι με τον ξαδερφούλη,
πάλι με έναν άλλο φίλο & ένα τσούρμο ακόμα να έρχεται προς τα 'δω.
Η ώρα είναι 20:45 και τα γράφω με το χέρι,σαν το ΜΟΥΤΡΟ στο στρατό
με στυλό og και γράμματα γιατρού.
Το παρεάκι ετοιμάζεται για το ταξίδι που εγώ θα μείνω θεατής,
μόνο από φωτογραφίες να το δώ,γεμάτες με προσποιητά χαμόγελα
& ψεύτικες πόζες σε όμορφα τοπία που για την ώρα,δε θα επισκεφθώ.
Εχθές το μεσημέρι:
ο ξαδερφούλης τηλέφωνο να κατέβω,φοράω τα καλά μου:
την καλή μου διάθεση,το καλό μου χαμόγελο,την καλή μου
καρδιά,κατεβαίνω & ξεκινήσαμε για να φτάσουμε 38 υπέροχα
τραγούδια μετά!
Και μέχρι τώρα είναι όμορφα & γελάμε πολύ: χωρίς προσποιητές πόζες
και χαμόγελα,χορεύουμε,πινουμε τα δικά μου κα-τα-πλη-κτι-κα σπιτικά
μοχίτο,λυσσάμε και βλέπουμε,ακούμε,νιώθουμε..
Ρε παιδί μου,την αγαπάω "τη ζωή μου",πώς να το πώ & να μή φανεί "κάπως"?
Και του έστειλα μήνυμα,ναι.Του έγραψα
Καλό σου ταξίδι,να περάσεις όμορφα!και να προσέχεις.
Και μου απάντησε κ αυτός.
Ευχαριστώ πολύ.
Το "όμορφα" το χρησιμοποιώ πολύ τελευταία.
Μάλλον λέμε τις λέξεις που περιγράφουν τη ζωή μας,ε?
Γιατί μέχρι πριν λίγο καιρό όλο έλεγα "σκατά".Συνέχεια.
Αχ αυτό το ταξίδι..Όχι στην Ισπανία,της ζωή μου.Πού θα με
βγάλει?Πού?ΠΟΥ????Αλλά τουλάχιστον το ζω και δε με προσπερνά.
Το περπατάω και δε με οδηγεί απλά.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
"Για το ταξίδι που κανονίζαμε & θα ερωτευόμασταν πάλι απ'την αρχή"
*Έχω μια μέρα και κάτι ακόμα εδώ
*Σήμερα 07/06/2009 ώρα 20:53
Με λένε Λίνα και είμαι καλά.
Με λένε Λίνα και είμαι εδώ.
Ετικέτες
α.υ.τ.ο.β.ι.ο.γ.ρ.α.φ.ι.α.
Παρασκευή, 5 Ιούνιος 2009
Mετα από σιωπή...
...αμφιβολία,χιλιάδες υποθέσεις να μου τριβελίζουν το μυαλό,
πολλά αναπάντητα "γιατί?","τί έγινε τώρα?","δεν ενδιαφέρεται?"
"και όλα αυτά που μου είπε?","και το βλέμμα?Τοβλέμμα δεν κάνει ποτέ
λάθος..","το εμάς"που είπε...
Έτσι μετά από τόσες μέρες που είχαμε να ειδωθούμε...
Σήμερα έμαθα τον σοβαρότατο λόγο που ήταν κουμπωμένος
και ανασφαλής και κατάλαβα οτι ειλικρινά με θέλει όσο
κι εγώ...Και μάλλον παραπάνω γιατί ξέρεις τί μου είπε?
Είσαι
ό,τι καλύτερο
ό,τι ομορφότερο
ό,τι πιο γλυκό
μου έχει συμβεί τον τελευταίο χρόνο..
και αυτό δε θα τελειώσει εδώ..
δε θα σε χάσω..
θα είμαστε και οι 2 εδώ..ε?
Και πόσο καλύτερο ακόμα θα γίνει?
πολλά αναπάντητα "γιατί?","τί έγινε τώρα?","δεν ενδιαφέρεται?"
"και όλα αυτά που μου είπε?","και το βλέμμα?Τοβλέμμα δεν κάνει ποτέ
λάθος..","το εμάς"που είπε...
Έτσι μετά από τόσες μέρες που είχαμε να ειδωθούμε...
Σήμερα έμαθα τον σοβαρότατο λόγο που ήταν κουμπωμένος
και ανασφαλής και κατάλαβα οτι ειλικρινά με θέλει όσο
κι εγώ...Και μάλλον παραπάνω γιατί ξέρεις τί μου είπε?
Είσαι
ό,τι καλύτερο
ό,τι ομορφότερο
ό,τι πιο γλυκό
μου έχει συμβεί τον τελευταίο χρόνο..
και αυτό δε θα τελειώσει εδώ..
δε θα σε χάσω..
θα είμαστε και οι 2 εδώ..ε?
Και πόσο καλύτερο ακόμα θα γίνει?
Ετικέτες
μ.ο.ν.ο.λ.ο.γ.ο.ς.
Τρίτη, 2 Ιούνιος 2009
με πονάει..
Αρχικά συγνώμη παιδάκια μου γλυκά που άργησα να απαντήσω
στα σχόλιά σας,αλλά ξέρετε τώρα οτι είμαι σε περίεργη φάση,
με αγαπάτε και δε με παρεγηξείτε,ε?????
Με πονάει..Με πονάει που με είδε προχθές στο νέο μου στέκι,
και πέρασε τα μάτια του από πάνω μου παριστάνοντας οτι δε με
είδε..Που δεν μου κούνησε το χέρι έστω από τυπικότητα,ενώ
3 μέρες πριν έκλεγε και χτυπιόταν σαν τρελός και μου έλεγε
όλα όσα μου έλεγε.
Κυρίως που δεν ενδιαφέρθηκε αν είμαι καλά.Που με έκανε πάλι να
νιώσω αόρατη.Εγώ τον κοίταξα,τον παρατήρησα.Είδα οτι χαμογελούσε,
οτι αδυνάτισε λιγάκι,οτι πήρε μια καινούρια μπλουζίτσα στο χρώμα που
του έλεγα να πάρει και του φαινόταν υπερβολικό,οτι μαύρισε..
Τον είδα καλά και μου έρεσε πολύ!Τον χάρηκα.Σκέφτηκα:
ΟΚ,εχουμε περάσει σκατά,φέρθηκε και λίγο σκάρτα αλλά ρε γαμώτο μή
μετανιώνεις που ήσασταν μαζί.
Ούτε εκείνο μου άρεσε[τα κλαμματα,τα παρακαλια],εννοείται αυτό,
αλλά με πονάει ρε γαμώτο που πάλι έκανες υπερβολές μόνο και μόνο
για να είσαι εσύ καλυμένος.
Για να πείς αύριο στους φίλους μας :
"εγώ την κυνήγησα και αυτή με έδιωξε".
Και αυτό που συμβαίνει με τους κολλητούς μας,όχι μου ή σου αλλά μάς,
δε το μπορώ καθόλου.Δε μπορώ ρε παιδί μου να διεκδικώ τους φίλους μου,
σαν τοπυς χωρισμένους όταν δεν υπάρχουν παιδιά που τσακώνονται για
τα κατσαρολικά.Ξεφτίλα μου φαίνεται..
Πάμε στα καλά τώρα?Λοιπόν,τον βρήκα παιδιά.Αυτόν που έψαχνα,τον βρήκα.
Βγήκαμε,τα είπαμε,τον κυνήγησα,μετά αυτός εμένα,μετά πάλι εγώ αυτόν αλλά
τον βρήκα.Και ξέρετε πώς το κατάλαβα?
Προχθές,την ώρα που ξημέρωνε και ήμασταν δίπλα-δίπλα,βλέπαμε την ανατολή
στη θάλασσα και μου έριξε το βλέμμα.Τί εννοείς ποιό βλέμμα?
ΤΟ βλέμμα,αυτό που έρχεται μετά από πολλές συζητήσεις περί
ανέμων & υδάτων,έτσι για να γνωριστούμε καλύτερα,μετά από πολύ προσωπικές
συζητήσεις,μετά από γέλιο,μετά από φιλιά παθιασμένα,μετά από αμηχανία..
Και μετά ακολουθεί αυτό το υπέροχο χαμόγελο,που στην αρχή δείχνεις
τα δοντάκια σου,μετά δαγκώνεσαι και στο τέλος μένει ένα μειδίαμα μόνο,
κουνάς το κεφάλι,ίσως ένα χάδι στο πρόσωπο ή τα μαλλιά,ένα φευγαλέο πέρασμα
του χεριού σου στου άλλου,κοιτάς χαμηλά,μετά πάλι σε αυτόν που βρίσκεται
δίπλα σου και σκέφτεσαι:εδώ λοιπόν είμαστε,ε?
Αυτό είναι ΤΟ βλέμμα!
Σας αφήνω έτσι...Και θα τα πούμε σύντομα!
στα σχόλιά σας,αλλά ξέρετε τώρα οτι είμαι σε περίεργη φάση,
με αγαπάτε και δε με παρεγηξείτε,ε?????
Με πονάει..Με πονάει που με είδε προχθές στο νέο μου στέκι,
και πέρασε τα μάτια του από πάνω μου παριστάνοντας οτι δε με
είδε..Που δεν μου κούνησε το χέρι έστω από τυπικότητα,ενώ
3 μέρες πριν έκλεγε και χτυπιόταν σαν τρελός και μου έλεγε
όλα όσα μου έλεγε.
Κυρίως που δεν ενδιαφέρθηκε αν είμαι καλά.Που με έκανε πάλι να
νιώσω αόρατη.Εγώ τον κοίταξα,τον παρατήρησα.Είδα οτι χαμογελούσε,
οτι αδυνάτισε λιγάκι,οτι πήρε μια καινούρια μπλουζίτσα στο χρώμα που
του έλεγα να πάρει και του φαινόταν υπερβολικό,οτι μαύρισε..
Τον είδα καλά και μου έρεσε πολύ!Τον χάρηκα.Σκέφτηκα:
ΟΚ,εχουμε περάσει σκατά,φέρθηκε και λίγο σκάρτα αλλά ρε γαμώτο μή
μετανιώνεις που ήσασταν μαζί.
Ούτε εκείνο μου άρεσε[τα κλαμματα,τα παρακαλια],εννοείται αυτό,
αλλά με πονάει ρε γαμώτο που πάλι έκανες υπερβολές μόνο και μόνο
για να είσαι εσύ καλυμένος.
Για να πείς αύριο στους φίλους μας :
"εγώ την κυνήγησα και αυτή με έδιωξε".
Και αυτό που συμβαίνει με τους κολλητούς μας,όχι μου ή σου αλλά μάς,
δε το μπορώ καθόλου.Δε μπορώ ρε παιδί μου να διεκδικώ τους φίλους μου,
σαν τοπυς χωρισμένους όταν δεν υπάρχουν παιδιά που τσακώνονται για
τα κατσαρολικά.Ξεφτίλα μου φαίνεται..
Πάμε στα καλά τώρα?Λοιπόν,τον βρήκα παιδιά.Αυτόν που έψαχνα,τον βρήκα.
Βγήκαμε,τα είπαμε,τον κυνήγησα,μετά αυτός εμένα,μετά πάλι εγώ αυτόν αλλά
τον βρήκα.Και ξέρετε πώς το κατάλαβα?
Προχθές,την ώρα που ξημέρωνε και ήμασταν δίπλα-δίπλα,βλέπαμε την ανατολή
στη θάλασσα και μου έριξε το βλέμμα.Τί εννοείς ποιό βλέμμα?
ΤΟ βλέμμα,αυτό που έρχεται μετά από πολλές συζητήσεις περί
ανέμων & υδάτων,έτσι για να γνωριστούμε καλύτερα,μετά από πολύ προσωπικές
συζητήσεις,μετά από γέλιο,μετά από φιλιά παθιασμένα,μετά από αμηχανία..
Και μετά ακολουθεί αυτό το υπέροχο χαμόγελο,που στην αρχή δείχνεις
τα δοντάκια σου,μετά δαγκώνεσαι και στο τέλος μένει ένα μειδίαμα μόνο,
κουνάς το κεφάλι,ίσως ένα χάδι στο πρόσωπο ή τα μαλλιά,ένα φευγαλέο πέρασμα
του χεριού σου στου άλλου,κοιτάς χαμηλά,μετά πάλι σε αυτόν που βρίσκεται
δίπλα σου και σκέφτεσαι:εδώ λοιπόν είμαστε,ε?
Αυτό είναι ΤΟ βλέμμα!
Σας αφήνω έτσι...Και θα τα πούμε σύντομα!
Ετικέτες
μ.ο.ν.ο.λ.ο.γ.ο.ς.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)