Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

*ToTaL bLaCk*

μεσα σε τετοιο κόσμο,τόση βαβούρα,τόσο φως κ τέτοια αγάπη
μόλις ένιωσα την απόλυτη μοναξιά.Χάθηκα δε ενα απόλυτο μαύρο.

Κενό,το απολυτο κενό.Περνάνε όλα απο το μυαλό μου κ δε μπορώ να
τα βάλω σε σειρά,να ξεσκαρτάρω,δε μπορω να κάνω τπτ.

Πλάκωμα βαρύ,δυσκολα αναπνέω.Νιώθω όπως τότε,τότε που τα χέρια
μου έτρεμαν όταν χτυπούσε το τηλέφωνο,τότε που ήξερα πως
κάθε μέρα θα τσακωθώ,τότε που ήξερα οτι κάθε βραδυ κομάμαι και
ξυπνάω με τον εαυτό μου.Κανεις δεν ηταν εκεί για μένα τότε.

Ρουφάω το τσιγάρο μου,βλέπω τη κάφτρα να φουντώνει,το χαρτί
να καίγεται.Προχθες τον είδα.Ημουν με 2 φιλες για φαγητό,ένα
χέρι με ακούμπησε στον ώμο,ένα φιλί στο μάγουλο.Γύρισα να δώ
και ηταν αυτός."Χρόνια πολλά κ απο κοντά Λινακι μου.Τί κάνεις?"
Μου έκανε εντύπωση πόσο παγωμένο ήταν το χέρι του.Πρόσεξα το
καινούριο του T-shirt,πάντα του πήγαινε το γκρί.Πρόσεξα το
πρόσωπό του,το κάτω χείλος του που δάγκωνε εκείνη τη στιγμή όπως
κάθε φορά που ήταν στεναχωρημένος.Σε εκείνα τα 3 λεπτά ηταν
συμπυκνωμένα τα 5 και χρόνια μας.Οι στεναχώριες μας,οιχαρές μας,
οι αγκαλιές μας,ο κύκλος που κλειστήκαμε κ αφήσαμε όλον τον άλλο
κόσμο απ'έξω.

"Καλά ειμαι,εσύ?",ρώτησα.Όχι τυπικά,αμήχανα.Εκείνη τη στιγμή όπως
κάθε μας στιγμή τον νοιαζόμουν."Καλα μωρέ.Πάω γιατί είμαι κουρασμένος.
Θα τα πούμε,ε?" μου απάντησε.Κοίταξα πάλι τα χέρια του,τα παγωμένα
του χέρια.Σακούλα με φαγητό.Ενιωσα ενοχές.Γιατι κ εγώ ήμουν κουρασμένη
απο τη γαμωδουλειά αλλα τα δικά μου χέρια ήταν ζεστά γιατι μου τα
χαϊδευαν τα κορίτσαι.Γιατι κάθε μεσημέρι μετά απο τη δουλειά του
τρώγαμε μαζί κ ξαπλώναμε αγκαλιά.Γιατι πήρε καινούριο αμάξι κ δε
του είπα καλοτάξιδο.Γιατι τον άφησα με κρύα χέρια κ τα δικά μου ήταν
ζεστά.

"Οκ,θα τα πούμε,γεια"

4 σχόλια:

Litanie des Saints είπε...

Μην σκέφτεσαι έτσι.
Μην σκέφτεσαι έτσι.
Μην σκέφτεσαι έτσι.
(να το ξαναπώ;)

Είχες κάποιους λόγους για να χωρίσεις. Σοβαρούς, απ' όσο αντιλήφθηκα. Επομένως, μην σκέφτεσαι έτσι.

Aunt Donna είπε...

δεν το γαμας το μαλακα.
αντε μου και......*^%^&*^@$#@#$%!^@@!!!!!!
Υπομονη Δεσποινης Νινετα...
η 12η Σεπτεβρη ερχεται και θα τραγουδαμε αγκαλιτσα στο ξιπακοπαρτυ
"ΘΑ ΜΕ ΔΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑ ΠΑΘΕΙΣ ΑΤΥΧΗΜΑ!"
Και να μην ξεχνας...
Εκτυπωτης....χαρτι...μελανι...
να σου αγορασω κανα αναλωσιμο...?
ξερειες εσυ ματαρες μου ομορφες!

*Νινέτα* είπε...

@Litanie μου:

δε θέλω να σκέφτομαι έτσι,
με πιανει το παραπονο γαμώτο...


@Donna μου:

ψυχή μου..Αντε να έρθει,άντε πια!
Κ έχεις δίκιο,ευτυχώς έχουμε ο
ένας τον άλλο..

Ανώνυμος είπε...

πηγα στο σπιτι.. ηταν ενα ματσο χαρτια και μεσα σ'αυτα λες κ ενα χερι το εβαλε ηταν και το μονογραμμα ποτε δεν το ειχα εκτιμισει τοσο.... ξερεις εσυ....

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο


Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.


ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.